Αναδημοσίευση από εξαιρετικό άρθρο του Π.Παπακωνσταντίνου από το ΠΡΙΝ της 18/04/2010. Για όποιον θέλει να διαβάσει ολόκληρο το άρθρο ας ακολουθήσει το link.

Προς χάρην συντομίας παραθέτω τα  κομμάτια που μου άρεσαν περισσότερο:

«Η αλλαγή της κατάστασης επιβάλλει αλλαγή των μεθόδων σκέψης και δράσης. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, που δεν αποκλείεται να αναδειχθεί σε έναν από τους αδύναμους κρίκους της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας λόγω της εξαιρετικής συμπύκνωσης αντιθέσεων, που οδηγούν τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό σε μια τριπλή κρίση, σαν κι αυτές που συμβαίνουν μια φορά στα πενήντα χρόνια: Κρίση πρωτίστως οικονομική – κοινωνική, που οδηγεί σε απότομη επιδείνωση την πλειονότητα του «λαού», δηλαδή των εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων ταυτόχρονα. Κρίση «εθνική», καθώς διαμορφώνονται συνθήκες πραγματικής λεηλασίας από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, υποβάθμισης της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και οικονομικής «κατοχής» από τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις ΗΠΑ και ΕΕ. Και κρίση πολιτική, κρίση του αστικού κοινοβουλευτισμού που απαξιώνεται ραγδαία, καθώς τον ένα μήνα οι πολίτες λιντσάρουν εκλογικά τη Νέα Δημοκρατία, αναδεικνύοντας ένα ΠΑΣΟΚ που υπόσχεται αναδιανομή του πλούτου, ενώ τον άλλο μήνα εισπράττουν ένα νεοφιλελευθερισμό χειρότερο κι από εκείνον του Καραμανλή.

(.)
Το γεγονός ότι ΠΑΣΟΚ – ΝΔ και ΛΑΟΣ έχουν συγκροτήσει ενιαίο μέτωπο στήριξης του Προγράμματος Σταθερότητας, αποτελεί αδιάψευστο δείγμα χρεοκοπίας και παρακμής της ελληνικής αστικής τάξης, η οποία δεν τολμά να διαπραγματευτεί το παραμικρό με τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, με τις οποίες συμπράττει άνευ όρων για να τσακίσει προληπτικά τον «εσωτερικό εχθρό». Η κατάπτωση της εγχώριας αστικής τάξης και των πολιτικών – πνευματικών της ελίτ διαλαλούν ότι μόνο η εργατική τάξη μπορεί να αναδειχθεί σε πραγματικά «εθνική τάξη», ικανή να οδηγήσει τη χώρα στην οικονομική, δημοκρατική και πολιτιστική αναγέννηση, επικεφαλής ενός ευρύτερου λαϊκού συνασπισμού, σε ρήξη με το κεφάλαιο.

(.)
Όπως έγραφε όμως ο Λένιν λίγους μήνες πριν τον Οκτώβρη, «όταν η ιστορία κάνει μια απότομη στροφή, συμβαίνει πολύ συχνά, ακόμη και τα πρωτοπόρα κόμματα να μη μπορούν για ένα λίγο – πολύ μακρόχρονο διάστημα να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση» και επαναλαμβάνουν μηχανικά συνθήματα που «έχουν χάσει το νόημά τους τόσο ξαφνικά, όσο ξαφνική ήταν η απότομη στροφή της ιστορίας». Ανάλογη δύναμη αδράνειας εκδηλώνεται σήμερα σε μέρος της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Αγωνιστές και ρεύματα που συνέβαλαν θετικά στο να κρατηθούν ζωντανές, τα «πέτρινα χρόνια» της δεκαετίας του ’90, η κομμουνιστική ιδέα και η επαναστατική προοπτική, αντιμετωπίζουν την τρέχουσα κρίση είτε ως στρατήγημα των αστών «για να μας τα πάρουν» (η περίπτωση του ΚΚΕ είναι τυπική), είτε ως απλή αφορμή για την ιδεολογική αποκάλυψη των ρεφορμιστών, πάντως όχι ως πεδίο κρισιμότατης μάχης και ευκαιρία πολιτικής παρέμβασης με όρους εργατικής ηγεμονίας. Υπό αυτό το πρίσμα, οποιαδήποτε θετική πολιτική θέση μεταφράζεται ως διαχειριστική, όπως η αναφορά στο έθνος θεωρείται εξ ορισμού εθνικισμός, στην παραγωγικότητα παραγωγισμός, στην οικονομία οικονομισμός, στη μεταρρύθμιση ρεφορμισμός και στο κράτος κρατισμός.

(.)
Ασφαλώς, ο φόβος της ενσωμάτωσης στα μικροαστικά, ρεφορμιστικά ρεύματα, που αναπτύσσονται στο έδαφος της κρίσης είναι μια κατ’ αρχήν υγιής αντίδραση στους κόλπους της κομμουνιστικής Αριστεράς. Γίνεται, όμως, αυτοκαταστροφική στο βαθμό που οδηγεί σε πολιτική παράλυση και «επαναστατική» κλειστοφοβία, που εμποδίζει τις πιο μάχιμες δυνάμεις να βγουν από τα λαγούμια τους, στο πεδίο της ανοιχτής, μαζικής δράσης, που σημαίνει αναγκαστικά δράση με εργαζόμενους πολύ διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων. »

(….)

«Αυτό που κάνει ιδιαίτερα χρήσιμα για τις σύγχρονες αναζητήσεις μας αυτά τα κείμενα (χωρίς βέβαια να τα καθιστά τυφλοσούρτη) είναι ότι γράφονται σε μια περίοδο όπου η σκιά της οικονομικής χρεοκοπίας και αποδιοργάνωσης πέφτει βαριά πάνω από την καπιταλιστική Ρωσία και ότι οι απότομες εναλλαγές της πολιτικής κατάστασης –όπου ο κίνδυνος της απολυταρχικής στροφής συνυπάρχει με τις επαναστατικές δυνατότητες– φέρνουν σε πρώτο πλάνο την ανάγκη αποτελεσματικής πολιτικής τακτικής. Χαρακτηριστικό του αδογμάτιστου, επαναστατικού ρεαλισμού του Λένιν είναι το γεγονός ότι στο διάστημα των τριών μηνών που καλύπτει ο συγκεκριμένος τόμος, άλλαξε ισάριθμες φορές θέσεις αναφορικά με το κατά πόσον τα σοβιέτ ήταν ή όχι ξεπερασμένα κι αν έμπαινε ή όχι ζήτημα ειρηνικής εξέλιξης της επανάστασης – ένα μάθημα για την ευελιξία που πρέπει να έχει η επαναστατική τακτική σε συνθήκες ασυνήθιστης ρευστότητας στο συσχετισμό των δυνάμεων και στην αλλαγή των πολιτικών συνθηκών.

(.)
Στο άρθρο του «Σχετικά με τα συνθήματα», ο Λένιν υπερασπίζεται τη θέση ότι το σύνθημα «όλη η εξουσία στα σοβιέτ», που ήταν σωστό από τη δημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη μέχρι τα αντεπαναστατικά γεγονότα του Ιούλη, «ήταν σύνθημα ειρηνικής εξέλιξης της επανάστασης προς τα εμπρός». Προσθέτει δε ότι «αυτό θα ήταν το πιο εύκολο, το πιο σύμφορο για το λαό. Ένας τέτοιος δρόμος θα ήταν ο πιο ανώδυνος, και γι’ αυτό ακριβώς έπρεπε να αγωνιστούμε για το δρόμο αυτό με τον πιο δραστήριο τρόπο. Τώρα όμως ο αγώνας αυτός, ο αγώνας για το έγκαιρο πέρασμα της εξουσίας στα σοβιέτ έχει τελειώσει. Ο ειρηνικός δρόμος έχει γίνει ανέφικτος. Άρχισε ο μη ειρηνικός, ο πιο επίμονος δρόμος». Αργότερα, στο άρθρο «Ένα από τα θεμελιακά ζητήματα της επανάστασης», θα επέστρεφε στην ίδια προβληματική: «Η εξουσία στα σοβιέτ είναι το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει την παραπέρα εξέλιξη βαθμιαία, ειρηνική, ήσυχη, τέτοια που να ανταποκρίνεται απόλυτα στο επίπεδο της συνείδησης και της απόφασης της πλειοψηφίας των λαϊκών μαζών, στο επίπεδο της ίδιας τους της πείρας».

(.)
Λίγο νωρίτερα, στο άρθρο του «Για τους συμβιβασμούς», ο Λένιν, αφού υπενθύμισε τη βιτριολική κριτική του Ένγκελς στους «ασυμβίβαστους» οπαδούς του ανόθευτου κομμουνισμού εδώ και τώρα, επανέφερε την πρόταση για ένα συμβιβασμό των μπολσεβίκων με τα μικροαστικά κόμματα των μενσεβίκων και των εσέρων στην εξής βάση: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ, κυβέρνηση από εσέρους και μενσεβίκους υπόλογη απέναντι στα σοβιέτ». «Μόνο στο όνομα της ειρηνικής αυτής εξέλιξης της επανάστασης, δυνατότητας πολύ σπάνιας στην ιστορία και εξαιρετικά πολύτιμης», έγραφε ο Λένιν, είναι δυνατό κάτι τέτοιο. «Ο συμβιβασμός θα συνίστατο στο ότι οι μπολσεβίκοι, χωρίς να έχουν την αξίωση συμμετοχής στην κυβέρνηση (πράγμα αδύνατο για ένα διεθνιστή χωρίς ουσιαστική πραγματοποίηση των όρων της δικτατορίας του προλεταριάτου και της φτωχής αγροτιάς), θα παραιτούνταν από το να προβάλουν αμέσως τη διεκδίκηση για πέρασμα της εξουσίας στο προλεταριάτο και τους φτωχούς αγρότες, θα παραιτούνταν από τις επαναστατικές μεθόδους πάλης για τη διεκδίκηση αυτή».
Στο κεντρικής σημασίας, για το ζήτημα που συζητάμε, κείμενο «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς να την καταπολεμήσουμε», ο Λένιν διαπιστώνει ότι «τη Ρωσία την απειλεί αναπότρεπτη καταστροφή» και χρεώνει στην αστική τάξη και στους μικροαστούς πολιτικούς την ανικανότητα να αντιμετωπίσουν το γενικό ξεχαρβάλωμα της παραγωγής, που έφερε ο πόλεμος. Προτείνει, εξ ονόματος των μπολσεβίκων ένα άμεσο πρόγραμμα πέντε σημείων για την αντιμετώπιση της κρίσης, με αιχμές τις εθνικοποιήσεις των τραπεζών και των μεγάλων μονοπωλιακών ενώσεων, τον εργατικό έλεγχο και την κατάργηση του εμπορικού απορρήτου. Διευκρινίζει μάλιστα ότι η εθνικοποίηση των τραπεζών «δεν αφαιρεί ούτε ένα απολύτως καπίκι από κανέναν ιδιοκτήτη», καθώς δεν απαλλοτριώνει κανέναν από τους τίτλους ιδιοκτησίας των κεφαλαιούχων και των καταθετών (μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις κ.ά.). Επιπλέον, τονίζει ότι αυτά τα μέτρα θα ωφελούσαν όχι τόσο τους εργάτες, «που δεν έχουν πολλές δοσοληψίες με τις τράπεζες», όσο «τη μάζα των αγροτών και των μικροεπιχειρηματιών».

(.)
Παρόμοια είναι η λογική του για το μέτρο που προτείνει περί υποχρεωτικής οργάνωσης των καπιταλιστών σε συνδικάτα. «Ένας τέτοιος νόμος (σ.σ. σαν τον γερμανικό), άμεσα, δηλαδή αυτός καθαυτός, δεν θίγει καθόλου τις σχέσεις ιδιοκτησίας, δεν αφαιρεί ούτε ένα καπίκι από κανέναν ιδιοκτήτη και δεν προδικάζει ακόμη αν ο έλεγχος θα γίνεται με αντιδραστική – γραφειοκρατική ή επαναστατική – δημοκρατική μορφή, κατεύθυνση, πνεύμα. Ανάλογοι νόμοι μπορούν και πρέπει να εκδοθούν αμέσως και στη χώρα μας, χωρίς να χάνουμε ούτε εβδομάδα πολύτιμου χρόνου και αφήνοντας στις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες να καθορίσουν πιο συγκεκριμένες μορφές εφαρμογής του νόμου».»

(….)

Advertisements