Αναδημοσιεύω το πολύ εύστοχο και ουσιαστικό άρθρο του Radical Desire.

—————————————————————————————————————————————–

Ένα από τα πράγματα που δεν μπορείς να κάνεις όταν ζεις μακριά απ’ τη χώρα σου είναι να έχεις πρόσβαση στην καθημερινότητά της, στο χώρο και τον χρόνο εκείνο όπου η ιστορία, τα πράγματα που είναι δύσπεπτα και αμετακίνητα, γίνονται αντικείμενα υποκειμενικής επεξεργασίας: απάρνησης, εκλογίκευσης, επίτασης, υποβάθμισης, εξορκισμού ή διασκέδασης.

Στον κουρέα, πριν τρεις περίπου εβδομάδες, η τηλεόραση μεταδίδει με ξέπνοο ρυθμό τα τελευταία σκάνδαλα κατάχρησης και απαλλοτρίωσης δημόσιου πλούτου, αλλά ο ίδιος, στα τριάντα κάτι του, έχει υιοθετήσει μια στάση κυνισμού και ειρωνικής αποστασιοποίησης. «Δεν υπάρχει κρίση», λέει. «Όλα τα μαγαζιά είναι γεμάτα, πουθενά δεν βλέπω διαφορά.» Μια κυρία, στα 55 περίπου, διαφωνεί, μιλώντας με συμπόνοια για τα νέα παιδιά που δεν βρίσκουν δουλειά, που μεγαλώνουν σε χώρα που έχουν λεηλατήσει άλλοι, που ζουν χωρίς μέλλον. Περίεργη αντιστροφή ρόλων: είναι η γυναίκα, και μάλιστα η μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα, μια γυναίκα χωρίς κανένα ρητορικά εμφανή δεσμό με την «αριστερά», που μιλάει εξ ονόματος της νεολαίας, που αναλαμβάνει να απευθυνθεί στην οπτική της νεολαίας την στιγμή που ο σαφώς νεαρότερος συνομιλητής της αρνείται ότι υπάρχει καν θέμα.

Λίγες μέρες μετά, στο εστιατόριο όπου τρώμε, ο νεαρός σερβιτόρος. Δεν είναι πάνω από 24 ετών. «Ποια κρίση;» ρωτάει. «Εγώ δεν βλέπω καμμία κρίση. Φτωχός ήμουν και φτωχός είμαι. Αν πριν λοιπόν έβγαζα 15 ευρώ, τώρα βγάζω 10. Εκεί που τα έτρωγα, εκεί τα τρώω. Την Παρασκευή θα πάω στο κλαμπ.» Ερωτηθείς αν θα πάει διακοπές φέτος, απαντά ήρεμα και χωρίς καταγγελτική διάθεση, αναλαμβάνοντας την ευθύνη: «όχι, γιατί έκανα κάποιους λάθος υπολογισμούς και ξέμεινα χωρίς λεφτά.»

Σκέφτομαι για την δυσκολία ερμηνείας αυτών των φράσεων. Είναι σαφές ότι δεν προέρχονται από ανώτερα ταξικά στρώματα και ότι δεν έχουν ως στόχο την νομιμοποίηση της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων. Είναι όμως εξίσου προφανές ότι αρνούνται οποιαδήποτε ταύτιση με την «αριστερή» οπτική ή με την γλώσσα της ταξικής σύγκρουσης–και αυτό τη στιγμή που ο σερβιτόρος τουλάχιστον μιλάει ρητά για το ανήκειν στα στρώματα των «φτωχών.» Αυτό που βλέπει κανείς κατ’ αρχάς είναι η αποτυχία του εγχώριου αριστερού λόγου να προσφέρει μια γλώσσα υποκειμενοποίησης, έναν τρόπο αυτο-αντίληψης και, κατ’ επέκταση, αντίληψης του κόσμου γύρω μας. Όταν διάβασα, στο πρόσφατο κείμενο του Καζάκη, την αναρώτησή του («πώς όμως θα γίνει να κινητοποιηθεί η πλειοψηφία του λαού; Με εκκλήσεις για να βγει στο δρόμο και να ανατρέψει την κυβέρνηση και τα μέτρα; Αρκεί αυτό, ή αποτελεί ένα βολικό άλλοθι για να χρεωθεί στου ίδιους τους εργαζόμενους η ήττα, σύμφωνα με το γνωστό «εμείς τα λέγαμε, καλούσαμε τον κόσμο να ξεσηκωθεί, αλλά αυτός είναι βλάκας και δεν καταλαβαίνει»»), σκεφτόμουν τις έμπρακτες δυσκολίες που παρουσιάζει η ερμηνεία της στάσης αυτής.

Πρόκειται για παραδείγματα άγνοιας; Απάρνησης, εκ μέρους μελών των λαϊκών ή μέσων στρωμάτων, του προβλήματος; Ή μήπως για αρθρώσεις, ημιτελείς ίσως ή μη πλήρως συνειδητές, μιας οπτικής για τα πράγματα που παραμένει άγνωστη για την αριστερά και για αυτόν τον λόγο απόμακρη και μυστηριώδης;

Ας πάρουμε τα λόγια του σερβιτόρου, που μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση: αυτό το οποίο δήλωνε, και το οποίο μόνο κάποιος στη θέση του θα μπορούσε να δηλώσει με την απαιτούμενη καθαρότητα, είναι ότι η πριν την κρίση κατάσταση ήταν ήδη μια κατάσταση υποτέλειας, μια κατάσταση με περιορισμένες προσδοκίες και ελπίδες: «φτωχός ήμουν, φτωχός είμαι». Από μια τέτοια οπτική, από την οπτική κάποιου με ταβάνι κάτω από τα 1.000 ευρώ, χωρίς προοπτικές σύνταξης, χωρίς επαρκή προστασία σε περίπτωση ασθένειας, από την οπτική, εν ολίγοις, του πρεκαριάτου, τι σημαίνει η κρίση; Επιδείνωση μιας ήδη υπάρχουσας κατάστασης και όχι ξαφνική καταστροφή. Και έπειτα, αυτό το οποίο πλανιόταν ανάμεσα στις γραμμές, αυτό το οποίο δηλωνόταν από την «μπλαζέ», ας την πω έτσι, στάση απέναντι στα τεκταινόμενα, ήταν ένα μείγμα ταξικής περηφάνειας και ταξικής μνησικακίας: «εγώ ξέρω να ζω με λίγα, έχω ζήσει με λίγα όλη μου τη ζωή. Αυτοί που θίγονται είναι όσοι είχαν συνηθίσει να ζουν με περισσότερα.»

Τι έχει να απαντήσει ο υπάρχων λόγος της αριστεράς σε μια τέτοια οπτική; Θα αρκούσε ποτέ να πει κανείς στον σερβιτόρο ότι κάνει λάθος που απαρνείται την ύπαρξη κρίσης, να του επισημάνει τις αντικειμενικές της εκδηλώσεις στα κλειστά καταστήματα που τον περιβάλλουν ή στους δείκτες ανεργίας που καλπάζουν, να του προσάψει ότι πάσχει από έλλειψη αλληλεγγύης, ή ακόμα να τον κατηγορήσει ότι δεν έχει ταξική συνείδηση; Θα αρκούσε να το κάνει κανείς αυτό από την θέση αυτού που βλέπει την «αντικειμενική πραγματικότητα», παρακάμπτωντας την υποκειμενική εκείνη εμπειρία του τι σημαίνει να έχεις μάθει, από χίλιες δυο πηγές και με χίλιους δυο τρόπους να μην προσδοκάς τίποτε, να ζεις απλά για το σήμερα επειδή δεν υπάρχει κανένα βιώσιμο αύριο; Θα αρκούσε οτιδήποτε δεν λάμβανε επίσης υπόψη την υποκειμενική ανάγκη εξύψωσης του ομιλούντος από αυτό που αντιλαμβάνεται ως απειλητική για τον ίδιο κατάσταση, την ανάγκη, ακόμα, αυτοδιαφοροποίησης από αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως «μάζα» ή ως «μαζική γνώμη», ή, ακόμα (αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές στον κουρέα) ως μία ακόμα υστερική υπερβολή των ΜΜΕ; Θα αρκούσε, με λίγα λόγια, ένας πολιτικός λόγος ο οποίος θα αποτύγχανε να αντιληφθεί τόσο την διεισδυτικότητα όσο και την παραπλανητικότητα των τρόπων με τους οποίους αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ο άνθρωπος στον δρόμο, και, ακόμα περισσότερο, την πυκνή και δυσανάγνωστη διαλεκτική αλήθειας και παραμόρφωσης που καθορίζει την «κοινή» του λογική; Και, μέχρι να μάθει ένας τέτοιος πολιτικός λόγος να διαλέγεται με αμεσότητα και ευθύτητα με αυτή την αντιφατική, αντιφατικά συγκροτημένη οπτική, ή ακόμα, μέχρι να μάθει να διαμεσολαβεί ανάμεσα σε αυτή την οπτική και την οπτική της εξίσου «μη στρατευμένης» μεσήλικης γυναίκας που μιλά χαμηλόφωνα και ανήσυχα για το αποκλεισμένο αύριο, είναι δυνατόν λέξεις όπως «μέτωπο» ή «λαϊκή αντίδραση» να αποκτήσουν οποιοδήποτε πραγματικό κοινωνικό νόημα;

Τρίτο ενσταντανέ, προχθές, σταθμός Λαρίσης, Αθήνα: στο Έβερεστ, κουβέντα τριών. Ο ένας λέει με ύφος ασυγκίνητο και μπλαζέ, όπως ασυγκίνητο και μπλαζέ είναι συχνά το ύφος των πολλαπλά καμένων: «δεν θα κρατήσει αυτή η κατάσταση. Θέμα χρόνου είναι. Θα ξεσηκωθεί ο κόσμος.»

Ο κόσμος που περιμένει να ξεσηκωθεί ο κόσμος. Η ταυτόχρονη ταύτιση («ξέρω πως νιώθει ο κόσμος, μιλώ εξ ονόματός του») και αποστασιοποίηση («ο κόσμος είναι κάτι άλλο, έξω από μένα»), με την οποία ο καθημερινός άνθρωπος διαχειρίζεται την ταυτόχρονη συμμετοχή του και απόστασή του από το υποκείμενο που λέγεται «λαός.» Γιατί βέβαια–και αυτό ελάχιστα έχει συζητηθεί είτε από τους υπέρμαχους είτε από τους πολέμιους ενός νέου πολιτικού «λαϊκισμού»–δεν υπάρχει υποκείμενο που να ταυτίζει πλήρως τον εαυτό του και την οπτική του με αυτή του «λαού». Για τα μέλη του λαού, για αυτούς που ταυτοποιούνται κοινωνιολογικά ως τμήματα των «λαϊκών μαζών», ο λαός είναι πάντα, σε ένα επίπεδο, ένας άλλος. Ο μεγάλος Άλλος, ο οποίος με τα λόγια του ανθρώπου στο σταθμό, δεν θα αργήσει να ξεσηκωθεί. Πρόκειται περί παραπλάνησης; Εξαπατάται εκείνος –ο καθένας– που αναπαριστά τον λαό ως ένα υπερβατικό υποκείμενο έξω από τον εαυτό του; Ναι, στον βαθμό που θεωρεί ότι η όποια πολιτική πράξη θα λάβει χώρα ανεξάρτητα της διαμόρφωσης της συνείδησης του ιδίου και αυτών με τους οποίους συζητά. Όχι, στον βαθμό που εκφράζει το γεγονός ότι ο λαός δεν είναι εμπειρικό υποκείμενο αλλά εννοιακή αφαίρεση –όπως ήταν πάντα και το «προλεταριάτο»– και ότι, συνεπώς, τα ίδια του τα μέλη δεν ταυτίζονται ποτέ πλήρως με την συμμετοχή τους στο σύνολο που ορίζει το όνομα «λαός», αναζητώντας πάντοτε την επιβεβαίωση της δικής τους, ευάλωτης ατομικότητας, του δικαιώματός τους να είναι κάτι άλλο από «μάζα», πολτός, γράσο για τις μηχανές μιας απρόσωπα εννοημένης «ιστορικής διαδικασίας.»

Όταν ο μαρξισμός κατεβαίνει στον δρόμο, όταν «επιστρέφει στον λαό», δεν το κάνει για να του επιβάλλει την ορθή ερμηνεία της αντικειμενικής του κατάστασης, ούτε για να αφεθεί παθητικά να αναπαράγει τον διαισθητικό, μη θεωρητικό τρόπο με τον οποίο κωδικοποιεί την πραγματικότητα γύρω του ο χειρωνάκτης, η συνταξιούχος ή ο εμπορο-υπάλληλος. Το κάνει γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι επιδιώκει την διαρκή διάδραση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, «αντικειμενικής» ανάλυσης των συσχετισμών και υποκειμενικής διαμόρφωσης τάσεων και συμπεριφορών, «μαχόμενης» και ενσυνείδητης μειοψηφίας και «απολίτικης» αλλά εν δυνάμει πανίσχυρης πλειοψηφίας, συμμετοχής στην συλλογική ζωή και απόσυρσης στην ασφάλεια της προσωπικής «γνώμης».

Πόσο έχει ασχοληθεί η αριστερά μας με τα πολύπλοκα και απαιτητικά καθήκοντα αυτής της διαλεκτικής; Και πόσο έχει επιτρέψει στον εαυτό της χώρο για να εγκολπώσει τη γνώση του δρόμου στην ψευδο-αβανγκαρντίστικη ρητορική της μαζικής κινητοποίησης και της μετωπικής σύγκρουσης που μοιάζει να νοιάζεται πολύ περισσότερο για την ορολογική ορθότητα από ό,τι για την πολιτική αποτελεσματικότητα;

Advertisements