Πραγματικά έχουν στερέψει οι λέξεις. Οι προτροπές και οι επικλήσεις…

«Κατεβείτε!», «φωνάξτε!», «αντισταθείτε!», «παλέψτε!».

Όποιος καταλαβαίνει κατάλαβε. Οι ώρες είναι κρίσιμες. Οι ημέρες σφραγίδες, όπως και τους προηγούμενους μήνες και χρόνια. Πέφτουν πάνω μας σαν τα αγκωνάρια, μας πλακώνουν. Όσο περισσότερα, τόσο δυσκολεύουν το να σηκωθούμε, να τα σπρώξουμε πέρα…

Ο καθένας θα κριθεί απο τις πράξεις του. Τις αποφάσεις του. Το που ήτανε τη δύσκολη στιγμή…

Σαν τους δύο ποιητές, που παρακάτω τους βάζω να κάνουν διάλογο με τα ποιήματα τους…

«Στ’ αστεία παίζαμε!

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας

Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας

Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε

Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.

Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας

Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη

Δεν βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα

Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας

Κλέφτες!

Στα ψέματα παίζαμε! «

Μανόλης Αναγνωστάκης (Στ’ αστεία παίζαμε…, Η συνέχεια (1962))

«…Tώρα κυριαρχεί η χαμηλή φωνή κάποιου εγκάρδιου Ναζίμ

που μας καλεί για ειρήνη

τώρα χτυπάν στα πάρκα τραγούδια των σκλάβων.

Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι σαν ακουστεί το Εμπρός επαναστάτες

Ξαφνιάζονται σαν ακουστεί Ελευθερία 

Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή Έλληνα Λειβαδίτη

για έρωτες σπίτια και ηρεμία

όσο ανθρώπινα κι αν είναι.

Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάξεις όπως άλλοτε μαζί μου

θάνατος στους τυράννους.

Αύριο που η ζωή θα μας σφίγγει θα βγεις

με την κορούλα σου στους δρόμους γεμάτος απορία μέσα στις φλόγες

και δεν θ’ αναγνωρίζεις τίποτα.

Έλα μαζί μου.

(…) πάψε τους θρήνους σου.

Εγώ με τη φωτιά του 17 προχωράω αντίθετα

από τα συνέδρια τις συσκέψεις.

Αντίθετα από τις μυστικές αστυνομίες

από τους υπουργούς τις δεξιώσεις

αντίθετα στον πόλεμο.

Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.

Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.»

Μιχάλης Κατσαρός (Αντίσταση, “Μέρες 1953”)

Advertisements