Στην σημερινή ανάρτηση θα ασχοληθούμε με το εξαιρετικό βιβλίο του Γιάννη Βουλουμάνου «Οι Προγραμμένοι. Το λυκόφως της μεγάλης ελπίδας.». Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2004 από τις εκδόσεις «Αλφειός». Αντικείμενο του είναι μια σύντομη ανασκόπηση των γεγονότων λίγο πριν την αντίσταση έως και τα Δεκεμβριανά το ’44, στο πρώτο μέρος, και στο δεύτερο μια επίσης σύντομη ματιά στην ιστορία του Δημοκρατικού Στρατού στην Πελοπόννησο.

Προγραμμένοι είναι αυτοί που διώκονται για τις πολιτικές τους ιδέες ή καταδικάζονται χωρίς δίκη. Κατά τον συγγραφέα, η έκβαση της σχεδόν 10χρονης εποποιίας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ στη συνέχεια, αναπόφευκτα θα κατέληγε στην ήττα από τη στιγμή που τραγικές αποφάσεις και εσφαλμένοι χειρισμοί διαμόρφωσαν εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες για την επικράτηση και νίκη του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα.

Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού λοιπόν, ήταν «προγραμμένοι». Καταδικασμένοι να βγουν στο βουνό να παλέψουν, γιατί αλλιώς καραδοκούσε η παρακρατική βία, η εξορία και οι εκτελέσεις. Με σχεδόν προδιαγεγραμμένη την τύχη του αγώνα τους δεν υπήρχε άλλος εναλλακτικός δρόμος πέρα από την ένοπλη πάλη για την υπεράσπιση του κινήματος για την απελευθέρωση της Ελλάδας από την ολιγαρχία των πρώην «εξόριστων» αστών πολιτικών, το βασιλιά, τον άρτια εξοπλισμένο στρατό και τις λυσσασμένες παρακρατικές ομάδες.

Το βιβλίο δεν προσφέρεται για εισαγωγική ενημέρωση με εκτενείς αναφορές σε στοιχεία, χρονολογίες και άλλες λεπτομέρειες. Ο αναγνώστης θα πρέπει πρώτα να έχει διανύσει ένα πρώτο κύκλο μελέτης γύρω από τα θέματα της αντίστασης και του εμφύλιου και στη συνέχεια να σκύψει πάνω από τους «Προγραμμένους». Εδώ εντοπίζω και την αξία του βιβλίου: χωρίς ο συγγραφέας να παραθέτει έναν απίστευτο όγκο πληροφοριών, προσωπικών μαρτυριών, μακροσκελών περιγραφών (που συνηθίζεται σε αυτές τι περιπτώσεις), παραμένει λιτός-περιεκτικός και τονίζει την ουσία των γεγονότων. Το κυριότερο όμως είναι ότι επιχειρεί να ερμηνεύσει-φωτίσει τις αιτίες της τραγωδίας του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος με σαφή πολιτική τοποθέτηση και χωρίς προσπάθεια στρογγυλέματος και διφορούμενων προσεγγίσεων.

 Ο Γ. Βουλουμάνος  από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ξεκαθαρίζει ότι δεν αποδέχεται τις λέξεις «εθνική»(στην Αντίσταση) και «εμφύλιος», αλλά θεωρεί «την περίοδο ’41-49 ως ένα αυταπόδεικτο ιστορικό συνεχές», όπου ο λαός πάλεψε για την απελευθέρωση του από τους ξένους κατακτητές και ντόπιους συνεργάτες τους – εκμεταλλευτές. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη των ίσων αποστάσεων του «αμερόληπτου» ακαδημαϊκού που φλυαρεί χωρίς να παίρνει θέση. Από ταξική σκοπιά ερμηνεύει την κατάσταση στην Ελλάδα του μεσοπολέμου και τις δυνάμεις που αναδύθηκαν και συγκρούστηκαν στην κατοχή και μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

 Σε αυτό το σημείο, και με συμπυκνωμένο επιχειρήματα εντοπίζει τις αιτίες της ανόδου και ήττας. Από τη μία μεριά, γείωση-ενδυνάμωση των δυνάμεων του ΚΚΕ στις εργατικές μάζες και την ύπαιθρο με αξιόπιστα μονοσήμαντη οργάνωση της ένοπλης αντίστασης κατά του κατακτητή. Σε αντιδιαστολή, το αφερέγγυο συνονθύλευμα των αστών πολιτικών της προηγούμενης περιόδου που παζάρευε με τους Εγγλέζους και το βασιλιά στο Κάιρο χωρίς να έχει κανένα ενεργό ρόλο στην Αντίσταση. Από την άλλη, για το ΚΚΕ καταλογίζει τη λάθος ερμηνεία του χαρακτήρα του πολέμου, τη γραμμή των Λαϊκών μετώπων  της Γ’ Διεθνούς, την αντίστοιχη γραμμή του «ομαλού περάσματος» σε μια ειρηνική μεταπολεμική κατάσταση, τις θεωρητικές αδυναμίες, την ανεπάρκεια και τον τραγικά εσφαλμένο χειρισμό κρίσιμων θεμάτων από συγκεκριμένα πρόσωπα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η αποτίμηση των ιστορικών γεγονότων από τον συγγραφέα σταματάει μετά τα Δεκεμβριανά και τη Βάρκιζα, όπου πλέον εκεί έχουν κριθεί  (και δρομολογηθεί) οι εξελίξεις των επόμενων χρόνων.

 Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο Βουλουμάνος καταπιάνεται με την ιστορία του Δημοκρατικού Στρατού στην Πελοπόννησο. Επιχειρείται μια καταγραφή των αντάρτικων δυνάμεων και αποτυπώνονται οι πιο σημαντικές επιχειρήσεις όπως η μάχη στα Καλάβρυτα, το Λεωνίδιο, τον Αγ. Βασίλειο κ.α. Περιγράφεται η άνοδος και πτώση του Δημοκρατικού Στρατού με αρκετές λεπτομέρειες και στοιχεία, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Από τις πιο συναρπαστικές στιγμές του βιβλίου, αλλά και οι πιο ψυχοπλακωτικές…

Κλείνοντας να σας ενθαρρύνω να ρίξετε μια ματιά σε αυτό το αξιόλογο βιβλίο. Είναι μικρό(190 σελ.), περιεκτικό και διαφωτιστικό. Ο δε λόγος του συγγραφέα  μεστός, μετρημένος και καθηλωτικός. Τέλος αντιγράφω ένα εξαιρετικά επίκαιρο απόσπασμα από το βιβλίο:

«…Ας μην ξεχνάμε πως οι αναγνωρισμένοι ως ιδεολογικοί προπάτορες των σημερινών «σοσιαλιστών» ήταν εκείνοι που έκαναν ότι μπόρεσαν στη διάρκεια της κατοχής, για να υποτάξουν τη χώρα στους ξένους, και που συμπολέμησαν μαζί τους στη διάρκεια του «εμφυλίου». Είναι οι «σοσιαλιστές» εκείνοι που στη μεταπολίτευση πορεύτηκαν με το ασαφογράφημα των μη προνομιούχων, ψευδεπίγραφοι εκπρόσωποι μιας ανύπαρκτης αριστεράς, για να καταληστέψουν τις ελπίδες ενός ταλαιπωρημένου και  αποσυντονισμένου λαού. Ριγώ στη σκέψη πως η λέξη «σύντροφε», που προσφέρθηκε αδελφικά σε ώρες ζόφου ή ανάτασης, ή που ψιθυρίστηκε από μαχητές καθώς πέθαιναν, πλανιέται στα σαλόνια των πολυτελών ξενοδοχείων που στεγάζουν τώρα τα συνέδρια της υποκλοπής και της απάτης…»

Advertisements