Όταν η Σωτηρία Μπέλλου, μια νύχτα του Δεκέμβρη του ’48, κατέβαινε από το πάλκο του Τζίμη του χοντρού στην Αχαρνών ξυλοκοπημένη από μια παρέα χιτών γιατί αρνήθηκε να τραγουδήσει το τραγούδι που της ζήτησαν «Του αητού ο γιος», ήταν ωραία κι αντάξια του ρεπερτορίου της γιατί έκανε κάτι που ξεπερνούσε το θάρρος του μέσου λαϊκού ανθρώπου, κάτι ηθικά ανώτερο. Με την πράξη της αυτή, ξανακέρδιζε τα τραγούδια της. Και τα τραγούδια της ψήλωναν μαζί της.

Ήταν αυτός ο πολιτισμός των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, της Ελλάδας της αντίστασης, που ηττήθηκε και στο πεδίο της μάχης και στην καθημερινότητα από την άλλη Ελλάδα – της δουλοπρέπειας. Το έχει αποτυπώσει με μοναδικό κινηματογραφικό τρόπο ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στον Θίασο, στην περίφημη σκηνή της μάχης των τραγουδιών.

Δεν βρίσκεται πάντα στα τραγούδια καθ’ εαυτά η συγκολλητική ουσία που τα ενώνει με τις λαϊκές παρατάξεις. Όταν στίχοι και μουσική γίνονται σημαίες είναι ο ίδιος ο λαός οπλισμένος με ικανότητα να διακρίνει, χωρισμένος πολιτιστικά – σε στρατόπεδα όχι μόνον πολιτικά αλλά αξιακά. Στις εποχές που τα σύνορα θολώνουν, όταν δεν είναι καθαρό ποιος είναι ποιος και τι επιζητά, τα τραγούδια από μόνα τους δεν μπορούν να βάλουν τη διαχωριστική γραμμή.

Kοντά στη δεκαετία του 2000, οι Έλληνες ξετρελάθηκαν με τη «Ρόζα», το καινοτόμο ζεϊμπέκικο χωρίς κουπλέ -ρεφραίν του Θάνου Μικρούτσικου σε στίχους Άλκη Αλκαίου. Ένα τραγούδι αναφοράς στην εμβληματική κομμουνίστρια Ρόζα Λούξεμπουργκ τραγουδήθηκε και χορεύτηκε από τους πάντες, όπως ο ίδιος ο συνθέτης ομολογεί: από μεροκαματιάρηδες και μποέμ ξενύχτηδες, από λαϊκούς αγωνιστές και ασφαλίτες. (Βλ. σχετικά: Οδ. Ιωάννου, Ο Θάνος και ο Μικρούτσικος, εκδ. Πατάκη, 2011).

Το «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», σε στίχους Μανώλη Ρασούλη, είναι ένα αμφιλεγόμενο τραγούδι, όχι γιατί ο δημιουργός του δεν ήξερε τι θέλει να πει, αλλά γιατί αυτός που το ακούει δεν ξέρει ακριβώς ποια Ελλάδα εκφράζει και τι θέλει αυτή η Ελλάδα να κάνει. Να φάει τα παιδιά της, να εξοντώσει τους ξένους, ή να εξεγερθεί εναντίον των εξουσιών που την εξανδραποδίζουν;

Ήταν αβάσταχτες για το στομάχι πολλών αριστερών και προοδευτικών ανθρώπων οι εικόνες έξω από το στρατόπεδο του 6ου Συντάγματος Πεζικού στην Κόρινθο την προηγούμενη Παρασκευή 24 Αυγούστου. Χρυσαυγίτες και διακόσιοι περίπου εξαγριωμένοι κάτοικοι για την παρουσία των μεταναστών στην πόλη τους συγκεντρωμένοι υπό τους ήχους αυτού και άλλων τραγουδιών του Ρίτσου και του Λεοντή, του Μαρκόπουλου, με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη.

Η Ναταλία Ρασούλη ακολούθησε την πεπατημένη της απαγόρευσης χρήσης τραγουδιών. Σωστή ενέργεια, όπως και η συγκινητική εκείνη κίνηση της Μυρσίνης Λοΐζου να ζητήσει από το ΠΑΣΟΚ να μην ξαναχρησιμοποιήσει τα τραγούδια του πατέρα της. Αλλά αυτές οι ενέργειες, σε συνθήκες αύξησης της επιρροής των εθνικιστικών και φασιστικών ιδεών, αποκτούν μια γραφικότητα. (Είναι η ίδια γραφικότητα που έχει και ο αποκλεισμός της Β. Παπαχρήστου από τους Ολυμπιακούς Αγώνες.)

Τελικά γιατί, και για την τύχη των τραγουδιών, θα αποφασίσει ο συσχετισμός δύναμης. Η Αριστερά, επειδή δεν έχει κερδίσει τη μάχη στην ψυχή του λαού, κινδυνεύει να χάσει τα τραγούδια της. Η Χρυσή Αυγή, που προσπαθεί να εκφράσει τα συναισθήματα ενός ηττημένου λαού, μπορεί να αντέξει κάθε μουσική υπόκρουση – γιατί από τον εκφασισμένο άνθρωπο λείπει κάθε αισθητική συγκίνηση.

Αν ο λαός σκύψει το κεφάλι, αν αποδεχτεί τη συντριβή του δεν θα μπορεί ν’ ακούει, δεν θα μπορεί να βλέπει. Τι να τα κάνεις τα αυτιά και τα μάτια αν δεν μπορείς να δεις την ομορφιά, αν δεν μπορείς να παλέψεις για το ωραίο και το δίκαιο;

Πηγή: Εφημερίδα ΠΡΙΝ(02/09/2012), του Παναγιώτη Φρατζή

Advertisements