…το φαντάζομαι σαν την παραπάνω φωτογραφία. Ένα ανήλιαγο σοκάκι έρημο,  εγκαταλειμμένο, ξεχασμένο από το χρόνο όπου τίποτα πια δεν μπορεί να αλλάξει. Ένα φυσικό αδιέξοδο όπου τερματίζουν το ταξίδι τους οι αυταπάτες, οι κομπασμοί και συνάμα τα όνειρα και οι ελπίδες.

Κάποτε το ρυπαρό αυτό στενό γνώριζε μεγάλες δόξες. Φωνακλάδες πραματευτάδες διαλαλούσαν τα προϊόντα τους σε ένα φανταχτερό παζάρι χρωμάτων, ήχων και μυρωδιών. Τα μαγαζιά στολισμένα με γιρλάντες, λουλούδια και μουσικές συναγωνιζόντουσαν στην πιο ξεφρενη απόδοση της γιορτινής ατμόσφαιρας.

Το πλήθος, η «πελατεία» είχε κατακλύσει την κάθε σπιθαμή του στενού και διασκέδαζε ξένοιαστα. Η ανεμελειά συγχρωτιζόταν με τη χυδαιότητα, η αδιαφορία με την ξιπασιά. Το άφθονο κρασί των εμπόρων τους μεθούσε και η γλυκιά γεύση του αρκούσε για να λησμονήσουν το μαρτυρικό ταξίδι τους ως εδώ…

Κάποτε δεν έφταναν μερικά αργύρια για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή στη «γιορτή». Είχε άλλη τιμή και τίμημα η αγοροπωλησία συνειδήσεων. Ούτε για ένα βουνό χρυσάφι κάποιοι από το πλήθος δεν καταδέχοταν να γευτούν το νέκταρ από τους ασκούς των εμπόρων. Ούτε με το στανιό δε δεχόντουσαν τη ζαλάδα του κρασιού για να ξεχνάνε τις κακουχίες του ταξιδιού. Το φτύνανε καταγής κοιτώντας απαξιωτικά τους εξοργισμένους διώκτες τους και τους έκπληκτους εφησυχασμένους συνοδοιπόρους τους.

Επιβαλλόταν η αδιάκοπη πορεία κάτω από το αγιάζι και τον χιονιά για να πιάσουν απάνεμο και ευήλιο μέρος να ξαποστάσουν έστω για λίγο. Και ήταν σε γνώση τους το κακοτράχαλο του δρόμου και ότι πολλοί δεν θα τα βγάζαν πέρα. Και όμως συνέχιζαν!

Δεν υπήρχε η έννοια της συναλλαγής. Του συμβιβασμού μιας δίχως περιεχόμενο, ανούσιας ζωής.  Δεν τους αρκούσαν λίγες ηλιαχτίδες, ποθούσαν τον ήλιο! Δεν ξεδιψούσαν με λίγο βρώμικο νέρο, ψάχναν το καθάριο ποτάμι. Και το ψωμί το μοιράζαν στη μέση και παλεύαν να φτάνει για όλους…

Αλλιώς ξεκίνησε αυτό το ταξίδι και τώρα στο τέλος του τίποτα ένδοξο δεν θυμίζει. Άραγε τι να έφταιξε που οι ταξιδιώτες παραμυθιάστηκαν από τους εμπόρους. Δεν γνώριζαν τις προθέσεις τους; Νόμισαν ότι όλοι ίσοι είναι στη γιορτή και τα κεράσματα θα κρατήσουν για πάντα; Όποιος με αφέλεια ξεχνά τις αφετηρίες του και τον προορισμό του, σύντομα θα βρεθεί στο τέλος της διαδρομής…

Όπως πένθιμα χαμηλώνει ο ήλιος πάνω από την πόλη, οι σκιές θεριεύουν στο στενό. Ο θάνατος βρωμάει σε κάθε γωνιά του. Παραμονεύει παντού.

Πρέπει να φύγουμε.

Θέλουμε χάρτη για να χαράξουμε πορεία. Πυξίδα για προσανατολισμό.

Σφιχτό κράτημα στα χέρια των συνοδοιπόρων μας. Ιδιαίτερα των φοβισμένων και αναποφάσιστων.

Πρέπει να ξεκινήσουμε.

Το τέλος της διαδρομής…

…είναι η αρχή μιας άλλης.

Advertisements