Τι είναι αυτό που συμβαίνει;

Σαν ένα φαινόμενο που παίρνει διαστάσεις αλλά δεν χωράει σε λογική εξήγηση. Κάποιοι άνθρωποι πολύ σπουδαίοι, οι καλύτεροι της εποχής μας, κοιτάζουν τον καιρό, ποιος ξέρει τι διακρίνουνε στο βάθος του, σκέφτονται βαθειά, ανοίγουν ύστερα την πόρτα και φεύγουν. Δεν είναι από εκείνους που λιποψυχούν στην έλευση θυελλών, κάθε άλλο, ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που ξεσηκώνουν τις θύελλες για να παίξουν μαζί τους. Δεν είναι από φυσικού τους μοναξιάρηδες, να θέλουν να γυρίσουν στην απουσία, ανθρώπων και γεγονότων, και τη σιωπή τους, παρ’ ότι συχνά επέλεγαν τη σιωπή σαν καταφύγιο. Δεν έχουν ονειρευτεί μιαν άκοπη ζωή, να βαριούνται τον κάματο ετούτης, να βαρυγκωμούν με τα καθημερινά και να προσφεύγουν στην αφέλεια μιας άλλης. Αλλά η αναχώρησή τους συντελέστηκε.

Με όλη τη σεμνή μεγαλοπρέπειά τους χάραξαν τις γραμμές, μας έδειξαν τους προορισμούς κι ύστερα γύρισαν στο σύμπαν, να κοσμήσουν με τις λάμψεις τους τον έναστρο θόλο. Πυρακτωμένοι εντός, μετέδωσαν φλόγες στο κοσμικό μας σύμπαν, και σαν να ανάλυωσαν καταβεβλημένοι από τόσες συσσωρευμένες προσδοκίες και τόσες αναμονές, τόσα μάτια που φορτώθηκαν πάνω τους, έγιναν στάχτη. Σαν για να μας πουν, εμάς κυρίως που τους ακολουθήσαμε στις περίπλοκες στροφές τους, πως καλά μας πήραν τόσο καιρό στην πλάτη τους, ώρα να δούμε κι εμείς τις αντοχές μας. Κι έτσι, εκλαμβάνω τη συμπεριφορά τους ως προειδοποίηση, παρότρυνση και κάπως απειλή, «εσείς να δούμε τώρα».

Ο Αλκαίος είναι η πιο πρόσφατη από τις αναχωρήσεις. Μας πήρε από το χέρι και στίχο-στίχο μας βοήθησε να περάσουμε απέναντι όταν ο καιρός είχε πολλές κατεβασιές. Όταν μαζεύονταν τα στάσιμα νερά με τα απομυζώντα αίμα έντομα, με τις ελονοσίες και με τις καχεκτικές αγορεύσεις θνήσκοντων ρητόρων. Κολυμπώντας, σέρνοντας άλλοτε, ορθοπατώντας, πέφτοντας και ξαναπέφτοντας, κόντρα στο ρεύμα και κόντρα στους συρμούς, μας έφτασε ως εδώ – έστω τσακισμένους, αλλά ακόμα ικανούς – όπου βαράνε χειρότερα οι καιροί, αλλά τουλάχιστον είναι ένα πέλαγο ανοιχτό με πειρατές κι αναμετρήσεις.

Έπραξε και αυτός στη ζωή και στη αναχώρησή του την εντολή του ποιητή: «κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων».

Του Θανάση Σκαμνάκη από το ΠΡΙΝ(16/12/2012)

Advertisements